Ψυχολόγος, συγγραφέας και μαμά...

«Δεν είναι τυχαίο που δεν το αφήνεις. Είναι γιατί μιλά για σένα.»
Οπισθόφυλλο (αντί περίληψης)
Έκανε δεξιά, έβγαλε το κράνος του και διαπίστωσε πως είχε φτάσει στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Άφησε τη μηχανή στην άκρη και πέρασε απέναντι τον δρόμο. Το φεγγάρι προσέδιδε στο μέρος μια ατμόσφαιτα σιβυλλική, η γέφυρα που οδηγούσε στην εκκλησία της Αγίας τον καλούσε να πάει να αφουγκραστεί το ποτάμι. Στο διάολο! Θα ζήσω. Αυτήν τη φορά δεν θα σου κάνω το χατίρι κωλοζωή! Θα σε ζήσω!
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα θυμού. Οι σκέψεις τού φώναζαν να πάει στη γέφυρα και να τελειώνει μια και καλή με αυτό το βάσανο που ονομαζόταν ζωή. Ζωή ύστερα από εκείνη. Αντιστεκόταν. Ήθελε λίγο χρόνο ακόμα, σαν κάτι να τον περίμενε εκεί έξω κι έπρεπε να κάνει υπομονή. Υπομονή Κώστα, έλεγε στον εαυτό του. Υπομονή..
Ντέμη Ρούσσα (Απόσπασμα από το ανά χείρας βιβλίο)
Ο Κώστας καβαλάει τη Harley του για να δραπετεύσει απ’ τη ζωή του. Μια ζωή που του τα έδωσε όλα απλόχερα: τη γοητεία, το πνεύμα, το ταλέντο, τη δόξα, το χρήμα. Μόνο ένα πράγμα τού ζήτησε η ζωή σε αντάλλαγμα, και του το πήρε με το έτσι θέλω! Το δικαίωμα του στην αγάπη! Του άνοιξε την πόρτα, η ζωή, να την δει την αγάπη, να την γευτεί, και μετά, κυνικά, απότομα, την
έκλεισε με κρότο. Δυο φορές, ο Κώστας έκανε όνειρα για ένα μέλλον κοινό, δυο φορές έμεινε μόνος, ορφανός. Θύμα, μια της ενοχής και μια της προδοσίας. Από τα βενζινάδικα της παρακμής στα μπαρ της παρηγοριάς, ο Κώστας περιφέρει τώρα την τσαλακωμένη του ψυχή σε μια αέναη φυγή, και το juke box, για να τον προκαλέσει, παίζει τους στίχους των Stones: “Wild horses couldn’t drag me away”.

Για τον μπαμπά μου...
Το βλέμμα στον ουρανό. Τα πόδια στη γη. Νεφελοβατείς με τόση γλύκα. Τάζεις στις μάγισσες να σου δώσουν φτερά. Τάζεις στις μοίρες να σε ξαναγεννήσουν πουλί. Τάζεις σε μένα το χέρι να σ’ αφήσω να πετάξεις. Στάσου μικρό μου. Και τα πουλιά καμιά φορά, περπατούν….