top of page

Τα βραβευμένα, εκείνα που με έκαναν να πιστέψω σε μένα...

Ο Λουκάς και η κουβέρτα Ο Λουκάς και η κουβέρτα «Όχι, όχι! Όχι πάλι τα σύννεφα!», μονολόγησε ο Λουκάς.» Έλα κουβέρτα πάμε», είπε και σήκωσε ευγενικά στο στόμα του, το ταλαιπωρημένο μάλλινο πατσαβούρι, σέρνοντάς το ως τη γωνία του μανάβη. Πάνω από το μανάβικο είχε ένα μεγάλο μπαλκόνι, μια προεξοχή που τον προστάτευε από το πολύ νερό της βροχής. Επιπλέον, ο κυρ-Αλέκος ο μανάβης στοίβαζε τα καφάσια του δέκα δέκα κι έκοβε ο αέρας. Αυτή ήταν η καβάτζα του Λουκά όταν έβρεχε. Εκεί μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό του και την κουβέρτα του. Εκείνη την κουβέρτα που τον είχαν τυλίξει όταν τον άφησαν στο χαρτόκουτο δίπλα στα σκουπίδια. Και μπορεί να έχει περάσει πολύς καιρός από τότε αλλά ο Λουκάς δεν ξέχασε ποτέ εκείνο το μέρος. Άλλωστε μπορεί να τον ψάχνουν. Σίγουρα τον ψάχνουν. Αποκλείεται το κοριτσάκι με τα περίεργα αυτιά, σαν κοτσίδες, να τον ξέχασε. Κάθε μέρα λοιπόν, πήγαινε δίπλα σε εκείνο τον κάδο και περίμενε με την κουβέρτα στο στόμα. Περίμενε να έρθουν να τον πάρουν. Ακόμα κι όταν το στομάχι του γουργούριζε εκείνος στεκόταν υπομονετικά. Λίγο ακόμα, σκεφτόταν. Θα έρθουν. Μόνο όταν η πείνα του γινόταν πια ανυπόφορη, τότε μόνο κατηφόριζε στη γειτονιά που δεν τον έδιωχναν. Εκεί του έβαζαν λίγο φαγητό και νερό. Εκεί δεν τον χτυπούσαν και κυρίως δεν προσπαθούσαν να του πάρουν την κουβέρτα. Εκείνη η χιλιοσκισμένη, ταλαιπωρημένη κουβέρτα είχε ακόμα τη μυρωδιά του κοριτσιού με τα περίεργα αυτιά, σαν κοτσίδες. Κι εκείνη η μυρωδιά του θύμιζε ζεστασιά, φαγητό, σπίτι, αγάπη! «Έρχεται η βροχή’, μονολόγησε, ‘Και θα κάνει μπαμ και μπουμ. Ελπίζω όχι πολλά… Ξέρεις κουβέρτα, τα φοβάμαι τα μπαμ και τα μπουμ. Φοβάμαι ότι θα γκρεμιστεί ο κόσμος από τη δύναμή τους. Και μαζί με τον κόσμο και το σπίτι μας και δε θα έρθουν να μας πάρουν. Εσύ κουβέρτα το θυμάσαι το σπίτι μας; Γιατί άραγε μας έβαλαν στο χαρτόκουτο; Ίσως είχαν κάποια δουλειά και δε μπορούσαν να μας πάρουν μαζί. Ίσως πέρασαν και δε μας βρήκαν. Πρέπει να περιμένουμε περισσότερο στον κάδο, κουβέρτα. Κι ας πεινάω. Δεν πειράζει.» Κι έπιασε η βροχή. Στάλα στάλα ψιχάλιζε για καμιά ώρα. Κι ύστερα άνοιξαν οι ουρανοί και γίναν οι δρόμοι ποτάμια. Ο Λουκάς είχε μουσκέψει ως το κόκαλο. Στεκόταν ακίνητος δίπλα στις στοίβες απ’ τα καφάσια να μην τον ξεπαγιάσει το αγιάζι. Πρώτο μπουμ. Δεύτερο. Τρίτο. Τέταρτο. Αστραπές φώτιζαν τον γκρίζο ουρανό. Ο Λουκάς έκλεισε τα μάτια, σφίχτηκε πάνω στη μουσκεμένη κουβέρτα και προσευχήθηκε να μη γκρεμιστεί ο κόσμος όλος. Και μαζί με αυτό και το σπίτι του. Για να έρθουν να τον πάρουν. Να μην κρυώνει, να μη μουλιάζει στα λασπόνερα, να μην πεινάει, να μη του παίρνουν την κουβέρτα. Ο αέρας λύσσαξε περνώντας μέσα απ’ τα κλαριά. Τα δέντρα λύγισαν αγγίζοντας το χώμα. Στο στενό δρομάκι του μανάβικου, ο άνεμος πέρασε με μανία κι έριξε τα καφάσια του κυρ-Αλέκου χάμω. Τα μισά έπεσαν πάνω στο Λουκά. Πόνεσε ο Λουκάς, πόνεσε πολύ αλλά έπρεπε να βρει τρόπο να ξεφύγει από το σωρό. Άρπαξε στο στόμα την κουβέρτα και πήδηξε ένα ένα τα καφάσια. Ίσα που ισορροπούσε χωρίς να ξαναβρεθεί στο χαμό τους. «Δυο βήματα ακόμα. Έλα κουβέρτα, πάμε» Η βροχή σταμάτησε. Ησυχία. Ο Λουκάς στεκόταν στο πλατύσκαλο του μανάβικου και το νερό έτρεχε ποτάμι στο κορμί του. Στο στόμα κρατούσε την κουβέρτα. Βαριά κι ασήκωτη από το νερό, μα δεν την άφηνε. «Έλα, θα βγει ο ήλιος και θα στεγνώσουμε», είπε. «Μη στεναχωριέσαι. Κι αύριο θα πάμε πάλι στα σκουπίδια να περιμένουμε το κορίτσι με τα περίεργα αυτιά σαν κοτσίδες. Αύριο θα έρθει. Ακούς κουβέρτα. Αύριο θα έρθει» ​ 2η Θέση στον 9ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Φιλοζωίας

2η Θέση στον 9ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Φιλοζωίας

Η Βαλίτσα Μία βαλίτσα με λουριά, μια καφετιά βαλίτσα με μεντεσέδες μπρούτζινους κι εν’ Άλφα χαραγμένο. Την είδατε; Τη βρήκατε; Μήπως είναι στη βάρκα; Μιλήστε δα, απαντήστε μου. Εκεί έχω τη ζωή μου! Τα γράμματα από το Λενιώ και τρεις φωτογραφίες, της μάνας μου, της αδερφής κι εκείνη από το γάμο. Αυτά πρόλαβα κι έριξα φεύγοντας απ’ το σπίτι. Δεν κρύβει ούτε έναν παρά, ούτε ένα χρυσαφένιο. Μιλήστε δα, απαντήστε μου. Που είναι η βαλίτσα; Έγειρα λίγο το κορμί, πηγαίνοντας στη Χίο κι εκείνη πάει χάθηκε. Την είδατε που είναι; Δεν θέλω τον ξεριζωμό στα μάτια μου να έχω. Το σπίτι μου το όμορφο που κάηκε από κείνους. Το θάνατο και τον πνιγμό στης Σμύρνης την προβλήτα. Δε θέλω δράμι απ’ αυτά δάκρυ δε θα χαρίσω. Θέλω μονάχα να κοιτώ, μες τις φωτογραφίες. Να μην ξεχνώ τα πρόσωπα μέχρι να τ’ ανταμώσω. Σε μία βάρκα τα ‘βαλα τα τρία μου κορίτσια. Κι ύστερα πήγα πάλι εκεί, στο σπίτι που καιγόταν, να πάρω τα σημαντικά. Ανθρώπους, αναμνήσεις. Μιλήστε δα, την είδατε; Ανάθεμα! Απαντήστε! Πως θα τις βρω που πήγανε; Τι πρόσωπα θα δείξω, σε ξένους σε περαστικούς, μην τύχει και τις είδαν; Με το σουγιά μου χάραξα το Άλφα απ’ τ’ όνομά μου. Δε γίνεται να μπερδευτεί με άλλη. Μία είναι! Το Άλφα απ’ το Αλέξανδρος. Επίθετο Πετρίδης. Βαστήξτε το στη μνήμη σας. Ακούτε πως με λένε; Μιλήστε δα, πρέπει να βρω τα τρία μου κορίτσια.

1η Θέση στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό για τα «100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922», που προκηρύχτηκε στον Εύοσμο

«Στ’ αλώνι» Στ’ αλώνι στάθηκαν οι δυο λέβέντες απ’ τη Ντούμλια και μύριζε η θάλασσα σα μύρο στο κορμί τους. Πως καταντήσαμε σ’ αυτόν τον τόπο το σπαρμένο; Αναρωτήθηκαν βουβά αρπάζοντας τ’ αλέτρια. Το χώμα κλέβει ανασεμιά από τη θάλασσά μας. Βρε Νικολό, σου έλειψε άραγε το καΐκι; Λογίσου τη σαΐτα μας πως γύρναγε στα δίχτυα και μπάλωνε τα κρίματα από τα ξεροβράχια. Τι κάνουμ’ άραγε εδώ; Τετράποδα τα ζώα. Που ‘ν τα δελφίνια που ‘παιζαν, σιμά στ’ απόνερά μας. Βρε Νικολό τετράποδο νιώθω κι εγώ, στο λέω! Άχρηστα είν’ τα χέρια μου, με χώμα ξεραμένα. Από το χώμα πώς να βρω χαρά πίσω να πάρω; Μου ‘λειψ’ η θάλασσα, μ’ακούς; Τ’ αλάτι, το ιώδιο. Καταραμένη φτώχια μου, στο λύκο να πηγαίνεις, που μ’ έριξες μες τα βουνά σαν ψάρι στο περβόλι. Πιάσανε με τα χέρια τους τα θαλασσοσκαμμένα και έζεψαν τα ζώα τους, γρήγορα ν’ αλωνίσουν. Γιατί ο ζυγός της πείνας τους ξύπνησε στο στομάχι κι είχαν και στόματα πολλά ξοπίσω ν’ αναθρέψουν. Ε, Νικολό στο λέω μια και να μου το θυμάσαι. Του γέρου το καΐκι μας πίσω θα τ’ αγοράσω. Του χρόνου τούτο τον καιρό στη θάλασσα θα βγούμε. Αχ, βρε ψυχή μου αρμυρή, πίσω θε να σε πάρω. Έτσι είπε ο λεβέντης μας, ο νιος του Καβοντόρο. Με λύσσα αλώνισε τραχιά γρήγορα να τελειώσει, του χρόνου τούτον τον καιρό να τα ‘χει καταφέρει. Να ‘ναι στη γεροθάλασσα, στα κύματα σπαρμένος.

3ος έπαινος ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΛΕΥΚΑΔΑΣ

«Δις Αναγνωσία – Σειρά 67» Τείχη ψηλά, απροσπέλαστα, δύο πύλες για το έξω. Ήμουν σειρά εξήντα εφτά σ’ ένα σωρό από φόβο. Ούτε την άγραφη είχα δει, ούτ’ από τη σημαία την άδεια, στα μάτια μου μόνο χαρτί και λύσσα. Λύσσα να βγω και να σε δω, λύσσα να σ’ αγκαλιάσω, κι όχι μονάχα στο χαρτί μαντάτα να διαβάζω, Τα γράμματά σου φύλαγα, σα θησαυρό στο στρώμα κι αγάπησα συλλαβιστά τη δις αναγνωσία. Να τα διαβάζω δυο φορές και πίσω από τις λέξεις να βρίσκω άλλες. Τις κρυφές. Εκείνες που ντρεπόσουν μ’ ένα κοντύλι στο χαρτί να τις καλλιγραφήσεις. Απ’ έξω και ανάκατα τα έμαθα ένα ένα που ακόμα και το ασιμί το μπέρδευα στο λόγο. Μα τα δικά σου γράμματα τα ήξερα ως το κόμμα. Σαν το ΛΥΒίτη έστεκα που ψάχνει το βαθμό του, καρτερικά περίμενα το φάκελο να πάρω και να διαβάσω πως εκεί μένεις και περιμένεις. Τείχη ψηλά, απροσπέλαστα, δυο πύλες για το έξω. Ούτε χαρτί δε μού δωσαν πίσω για να σου γράψω. Και χάραζα με το σουγιά στα ξύλα τ’ όνομά σου. Πίσω στο κεφαλάρι μου έκρυψα ένα Α κι ας κάνουν πάνω του γραμμή κοριοί και κατσαρίδες. Και το φυλάω σα σταυρό κι εκείνο με φυλάει, να μη σαλτέρνω όταν φυσά αγέρι μανιασμένο κι αναρωτιέμαι αν ντύθηκες, αν πήρες μια ζακέτα. Άννα μου κάνε υπομονή, οι μήνες θα περάσουν είμαι σειρά 67, μπαίνει η απαλλαγή μου. Μονάχα πες μου, θα με θες έτσι σακατεμένο; Θα μου ομορφύνεις την ψυχή, να γένει σαν κι εσένα;

1ος έπαινος πανελλήνια ένωση λογοτεχνών

Υλικά για αστερόσκονη Μία φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα ζουζούνι, που τρύπωνε μες το μυαλό και μίλαγε για πόλεμο! Είχε φωνούλα βροντερή και μια συνήθεια κακή να βάζει λέξεις τρομερές μες των ανθρώπων τις φωνές. Κι οι άνθρωποι δεν άκουγαν πλέον τη λογική τους, ούτε και την καρδούλα τους κι αυτή η τακτική τους, τα πάνω κάτω έφερνε και την καταστροφή τους. Το ίδιο έγινε παιδιά πριν εξακόσια χρόνια, εδώ, ναι! Στην Ελλάδα μας! Μεγάλη ήρθε μπόρα. Ένα ζουζούνι τρύπωσε στων Τούρκων το κεφάλι. Τους έλεγε σε πόλεμο τη χώρα μας να βάλει. Κι έγινε πόλεμος κακός, γιατί μέσα τους μπήκε, ο πιο τρανός τους αρχηγός που τα’ όνομά του ήταν Ζυγός. Ακούστε τι τους είπε: «Τη βλέπετε τη γαλανή αυτήν εδώ τη χώρα; Τη λένε Ελλάδα. Φυγαμε! Πόλεμο κάντε τώρα! Κι άμα τα καταφέρετε δώρα θα σας χαρίσω. Θάλασσα, ήλιο και βουνά, να σας ευχαριστήσω.» Και τα κατάφεραν καλά για τετρακόσια χρόνια! Κι ο αρχηγός των ζουζουνιών, που τ’ όνομά του ήταν Ζυγός, πίστευε πως αιώνια, θα είχε την Ελλάδα μας δικιά του με κανόνια. Όμως οι Έλληνες παιδιά έχουν τη λύση τελικά. Με τη γενναία τους ψυχή έφτιαξαν αστερόσκονη, που ήταν τόσο δυνατή και το Ζυγό δε θα ‘χε βρει ξανά τέτοια καταστροφή Είχανε όλα τα υλικά, πείσμα και γενναιότητα! Σιγά, σιγά μ’ υπομονή μαγείρευαν βράδυ πρωί, κρυφά να μην τους δει ο Ζυγός, των ζουζουνιών ο αρχηγός! Κι αλήθεια έφτιαξαν πολλή μα για να μη τη βρούνε. την έκρυψαν μες την καρδιά ώσπου να ετοιμαστούνε, να τη σκορπίσουνε παντού, ν’ απελευθερωθούνε! Έφτασε εκείνη η χρονιά, ήταν το ‘21 που ήταν όλα έτοιμα και προετοιμασμένα. Το Μάρτιο περίμενα και στις εικοσιπέντε, την αστερόσκονη παντού σκόρπισαν! Κι ήταν πέντε. Πέντε σπουδαίες συλλαβές έφτιαχναν τ’ όνομά της! -«Ζυγέ ήρθε η ώρα σου», φώναξε όλο θάρρος, «Δε σου ανήκουν όλα αυτά, κι άμα τολμάς κι αν σου βαστά, έλα εδώ μπροστά μου». -«Ποια είσαι εσύ και πως τολμάς να ‘ρχεσαι εδώ κοντά μου; Δε σε φοβάμαι, είμαι ο Ζυγός. Ιδού η αφεντιά μου» -«Αλήθεια λες;», απάντησε, «όντως δε με φοβάσαι; Κάτσε λοιπόν να συστηθώ, να δούμε αν με θυμάσαι. Είμαι η αστερόσκονη φτιαγμένη από γενναίους και φυλαγμένη στην καρδιά! Φύγε λοιπόν και τσιμουδιά! Με τους σπουδαίους Έλληνες να μην τα ξαναβάλεις, και τα ζουζούνια σου ευθύς απ’ το μυαλό να βγάλεις των Τούρκων, που ήταν αφελείς και στο κακό επιρρεπείς. Ο Λουκάς και η κουβέρτα «Όχι, όχι! Όχι πάλι τα σύννεφα!», μονολόγησε ο Λουκάς.» Έλα κουβέρτα πάμε», είπε και σήκωσε ευγενικά στο στόμα του, το ταλαιπωρημένο μάλλινο πατσαβούρι, σέρνοντάς το ως τη γωνία του μανάβη. Πάνω από το μανάβικο είχε ένα μεγάλο μπαλκόνι, μια προεξοχή που τον προστάτευε από το πολύ νερό της βροχής. Επιπλέον, ο κυρ-Αλέκος ο μανάβης στοίβαζε τα καφάσια του δέκα δέκα κι έκοβε ο αέρας. Αυτή ήταν η καβάτζα του Λουκά όταν έβρεχε. Εκεί μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό του και την κουβέρτα του. Εκείνη την κουβέρτα που τον είχαν τυλίξει όταν τον άφησαν στο χαρτόκουτο δίπλα στα σκουπίδια. Και μπορεί να έχει περάσει πολύς καιρός από τότε αλλά ο Λουκάς δεν ξέχασε ποτέ εκείνο το μέρος. Άλλωστε μπορεί να τον ψάχνουν. Σίγουρα τον ψάχνουν. Αποκλείεται το κοριτσάκι με τα περίεργα αυτιά, σαν κοτσίδες, να τον ξέχασε. Κάθε μέρα λοιπόν, πήγαινε δίπλα σε εκείνο τον κάδο και περίμενε με την κουβέρτα στο στόμα. Περίμενε να έρθουν να τον πάρουν. Ακόμα κι όταν το στομάχι του γουργούριζε εκείνος στεκόταν υπομονετικά. Λίγο ακόμα, σκεφτόταν. Θα έρθουν. Μόνο όταν η πείνα του γινόταν πια ανυπόφορη, τότε μόνο κατηφόριζε στη γειτονιά που δεν τον έδιωχναν. Εκεί του έβαζαν λίγο φαγητό και νερό. Εκεί δεν τον χτυπούσαν και κυρίως δεν προσπαθούσαν να του πάρουν την κουβέρτα. Εκείνη η χιλιοσκισμένη, ταλαιπωρημένη κουβέρτα είχε ακόμα τη μυρωδιά του κοριτσιού με τα περίεργα αυτιά, σαν κοτσίδες. Κι εκείνη η μυρωδιά του θύμιζε ζεστασιά, φαγητό, σπίτι, αγάπη! «Έρχεται η βροχή’, μονολόγησε, ‘Και θα κάνει μπαμ και μπουμ. Ελπίζω όχι πολλά… Ξέρεις κουβέρτα, τα φοβάμαι τα μπαμ και τα μπουμ. Φοβάμαι ότι θα γκρεμιστεί ο κόσμος από τη δύναμή τους. Και μαζί με τον κόσμο και το σπίτι μας και δε θα έρθουν να μας πάρουν. Εσύ κουβέρτα το θυμάσαι το σπίτι μας; Γιατί άραγε μας έβαλαν στο χαρτόκουτο; Ίσως είχαν κάποια δουλειά και δε μπορούσαν να μας πάρουν μαζί. Ίσως πέρασαν και δε μας βρήκαν. Πρέπει να περιμένουμε περισσότερο στον κάδο, κουβέρτα. Κι ας πεινάω. Δεν πειράζει.» Κι έπιασε η βροχή. Στάλα στάλα ψιχάλιζε για καμιά ώρα. Κι ύστερα άνοιξαν οι ουρανοί και γίναν οι δρόμοι ποτάμια. Ο Λουκάς είχε μουσκέψει ως το κόκαλο. Στεκόταν ακίνητος δίπλα στις στοίβες απ’ τα καφάσια να μην τον ξεπαγιάσει το αγιάζι. Πρώτο μπουμ. Δεύτερο. Τρίτο. Τέταρτο. Αστραπές φώτιζαν τον γκρίζο ουρανό. Ο Λουκάς έκλεισε τα μάτια, σφίχτηκε πάνω στη μουσκεμένη κουβέρτα και προσευχήθηκε να μη γκρεμιστεί ο κόσμος όλος. Και μαζί με αυτό και το σπίτι του. Για να έρθουν να τον πάρουν. Να μην κρυώνει, να μη μουλιάζει στα λασπόνερα, να μην πεινάει, να μη του παίρνουν την κουβέρτα. Ο αέρας λύσσαξε περνώντας μέσα απ’ τα κλαριά. Τα δέντρα λύγισαν αγγίζοντας το χώμα. Στο στενό δρομάκι του μανάβικου, ο άνεμος πέρασε με μανία κι έριξε τα καφάσια του κυρ-Αλέκου χάμω. Τα μισά έπεσαν πάνω στο Λουκά. Πόνεσε ο Λουκάς, πόνεσε πολύ αλλά έπρεπε να βρει τρόπο να ξεφύγει από το σωρό. Άρπαξε στο στόμα την κουβέρτα και πήδηξε ένα ένα τα καφάσια. Ίσα που ισορροπούσε χωρίς να ξαναβρεθεί στο χαμό τους. «Δυο βήματα ακόμα. Έλα κουβέρτα, πάμε» Η βροχή σταμάτησε. Ησυχία. Ο Λουκάς στεκόταν στο πλατύσκαλο του μανάβικου και το νερό έτρεχε ποτάμι στο κορμί του. Στο στόμα κρατούσε την κουβέρτα. Βαριά κι ασήκωτη από το νερό, μα δεν την άφηνε. «Έλα, θα βγει ο ήλιος και θα στεγνώσουμε», είπε. «Μη στεναχωριέσαι. Κι αύριο θα πάμε πάλι στα σκουπίδια να περιμένουμε το κορίτσι με τα περίεργα αυτιά σαν κοτσίδες. Αύριο θα έρθει. Ακούς κουβέρτα. Αύριο θα έρθει» ​ 2η Θέση στον 9ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Φιλοζωίας

Α΄ βραβείο παραμυθιού στον 11ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ε.Π.Ο.Κ

Δυο καρδιές για τη Μαλού Η Μαλού ήταν ένα όμορφο κοριτσάκι με μεγάλα καστανά μάτια. Στο αριστερό της μάγουλο είχε μία ελίτσα σε σχήμα καρδιάς, που την έκανε να δυσανασχετεί και συνεχώς προσπαθούσε να την κρύψει με τα μαλλιά της. Η ελίτσα της, την έκανε πραγματικά μοναδική, αλλά κάθε φορά που περπατούσε στο δρόμο ή συναντούσε καινούριους ανθρώπους έπρεπε να απαντάει σε ένα σωρό ερωτήσεις. Κι όσοι δεν τη ρωτούσαν σίγουρα την κοιτούσαν επίμονα. Όχι στα μάτια, στην ελίτσα. Η Μαλού είχε κουραστεί πραγματικά να εξηγεί ότι δεν πονάει, ότι την έχει από τη μέρα που γεννήθηκε, ότι δεν είναι σημάδι από κάποιο ατύχημα. -Δε θέλω να με ρωτούν. Δε θέλω να απαντώ, έλεγε και ξανάλεγε και μέρα με τη μέρα απέφευγε όλο και περισσότερο να βγαίνει βόλτα, να πηγαίνει σε πάρτυ, να κάνει νέους φίλους. Ένα ανοιξιάτικο πρωινό η Μαλού τριγύριζε στην αυλή. Μύριζε τα λουλούδια και απολάμβανε το ζεστό ήλιο. Κάθισε κάτω από την αμυγδαλιά και με τα χεράκια της χάιδευε το καταπράσινο γρασίδι. Ώσπου μπροστά της, εμφανίστηκε μία ολόλευκη πεταλούδα με μία μαύρη πιτσιλιά στο φτερό της. -Μαλού, ε Μαλού με ακούς; είπε και κάθισε απαλά στο χεράκι του κοριτσιού. -Είσαι μαγική; Πως μπορείς και μιλάς; απάντησε η Μαλού. -Μάλλον εσύ είσαι μαγική που μπορείς να με ακούς της είπε η πεταλούδα και χαμογέλασαν κι οι δύο. -Είσαι τόσο όμορφη της είπε η Μαλού. Δεν έχω ξαναδεί ολόλευκη πεταλούδα. -Δεν είμαι ολόλευκη, της απάντησε. Έχω μια μαύρη πιτσιλιά εδώ, είπε και της έδειξε το αριστερό της φτερό. Αν την παρατηρήσεις από κοντά μοιάζει με αστέρι, κι όταν με ρωτούν οι άλλες πεταλούδες γι’ αυτή, βρίσκω τις πιο φοβερές απαντήσεις. -Δηλαδή; ρώτησε όλο περιέργεια η Μαλού. -Να, όταν με ρωτούν από τι το έπαθα απαντώ πως οι φίλοι μου τα αστέρια το ζωγράφισαν στο φτερό μου για να μη χαθώ στη Γη. Κι όταν με ρωτούν αν πονάει τους απαντώ πως μόνο τα αστέρια που δεν πετούν πονάνε. Κι εγώ ευτυχώς έχω δυνατά φτερά! Η Μαλού χαμογέλασε και φωτίστηκε ο κόσμος όλος. Έστειλε ένα πεταχτό φιλί στην πεταλούδα, την ευχαρίστησε και έτρεξε στο σπίτι. Μάζεψε τα μαλλιά της αλογοουρά, να φαίνεται το πρόσωπό της, και αποφάσισε πως δεν έπρεπε να κρύβει την ελίτσα της. Εκείνη την έκανε μοναδική. Ούτε η πεταλούδα έκρυβε την όμορφη πιτσιλιά της. Άλλωστε, πλέον είχε τις απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις. Από εκείνη την ημέρα όταν τη ρωτούσαν από τι το έπαθε, απαντούσε γελώντας: « Χμ, από τι μπορεί να «πάθει» κανείς μια καρδιά; Δεν το έπαθα, μου τη ζωγράφισαν οι νεράιδες για να τη βλέπουν οι άνθρωποι και να θυμούνται την αγάπη» Κι όταν τη ρωτούσαν αν πονάει απαντούσε: «Μια καρδιά πονάει μόνο όταν δεν αγαπάει. Κι εγώ ευτυχώς έχω δύο.» Η Μαλού μας, δεν κλείστηκε ποτέ ξανά στο σπίτι. Έκανε καινούριους φίλους, χαιρόταν να παίζει μαζί τους και δεν άφησε τίποτα να στεναχωρήσει ξανά τις δύο καρδιές της.

Β' Έπαινος παραμυθιού στο Διαγωνισμό του Συλλόγου Λινος

Οδυσσέας Ετών πενήντα εφτά... Ο Οδυσσέας δεν είχε καμία διάθεση να γιορτάσει γενέθλια. Δεν είχε γενικά καμία διάθεση να ζήσει. Γιατί να έχει; Εκείνος ο Αύγουστος δεκαεφτά χρόνια πριν, εκείνη η Τετάρτη του είχε πάρει τα πάντα χωρίς επιστροφή. Το γιο του και τη γυναίκα του. Μετά την κηδεία της οικογένειάς του μπάρκαρε και δε γύρισε πίσω να κοιτάξει. Ώσπου, ένα χρόνο πριν, ένας γερός τραυματισμός στο πόδι τον ανάγκασε να βγει στη σύνταξη. Κλείστηκε σε ένα μουχλιασμένο ημιυπόγειο στην Κυψέλη και δεν ξαναείδε θάλασσα. Αυτός ο τελευταίος χρόνος ήταν ο χειρότερος. Δεν είχε πια τρόπο να ξεχαστεί. Οι νύχτες ήταν γεμάτες φως και οι μέρες σκοτάδι. Ο ύπνος δεν έγινε ποτέ του φίλος σε αντίθεση με τους εφιάλτες. Κι αυτή η ριμάδα η ζωή δεν του έκανε τη χάρη να τον απαλλάξει από την παρουσία της. Τον άφηνε ανήμπορο και ακουμπισμένο με την πλάτη, σε ένα μουχλιασμένο τοίχο, να θυμάται. Η πόρτα χτύπησε. Ο κυρ-Αλέκος, ο ένοικος του ισογείου φάνηκε από το την εξώπορτα. -Οδυσσέα καλημέρα. Έχεις μαντάτο, είπε και σήκωσε ένα λευκό φάκελο για να φανεί από το αμμοβολισμένο τζάμι. Το έριξε ο ταχυδρόμος σε μένα. Σάμπως κάνει και ποτέ σωστά τις διανομές, μουρμούρισε. Στο αφήνω εδωνά, είπε και απομακρύνθηκε σέρνοντας το βήμα του στα τσιμεντένια σκαλοπάτια. Ο Οδυσσέας, άνοιξε ανόρεχτα την πόρτα, πήρε το γράμμα και το πέταξε με αδιαφορία στο τραπέζι. Δεν είχε ούτε τη στοιχειώδη περιέργεια για τον αποστολέα. Πάει καιρός από τότε που τα γράμματα έφερναν χαρά. Όπως τότε που υπηρετούσε στη Λήμνο, και η Ελένη του έστελνε πόσο της λείπει, πόσο ανυπομονεί να απολυθεί, πόσο τον αγαπάει. Με την Ελένη γνωρίζονταν από μικρά παιδιά. Δεν ήταν πάνω από είκοσι χρονών όταν τη ζήτησε από τον πατέρα της. Μόλις είχε απολυθεί και έκανε τα χαρτιά του για να μπαρκάρει. Άργησαν πολύ να κάνουν παιδί. Μία τα καράβια, μία οι αρρώστιες, μία οι στεναχώριες. Αλλά όταν ήρθε ο Σωτήρης έσβησαν όλα. Θα άφηνε τα καράβια, τις θάλασσες, τα καλά μεροκάματα και θα έμενε δίπλα στο γιο του, να τον δει να μεγαλώνει, να του λέει πρώτος καλημέρα και τελευταίος καληνύχτα. -Οδυσσέα πάνε αυτά, μονολόγησε, ούτε Ελένη έχουμε, ούτε Σωτηράκη, ούτε χαρά. Στάθηκε μπροστά στη ρημαγμένη κουζίνα κι έφτιαξε ένα καφέ αχτύπητο, καραβίσιο. Όλα του τα χρόνια στις θάλασσες μόνο εκείνος μπορούσε να του ανοίξει τα μάτια. Κάθισε στην παλιά πράσινη, βελούδινη πολυθρόνα, προίκα της Ελένης από το γάμο, και ήπιε μια γερή ρουφηξιά. Γλίστρησε ένα σπίρτο πάνω στο κουτί, άναψε ένα τσιγάρο και έσβησε τη φλόγα σα να έσβηνε το κεράκι της γενέθλιας τούρτας του. Μέσα από τον καπνό της πρώτης τζούρας το βλέμμα του έπεσε στο γράμμα που έστεκε παρατημένο στο τραπέζι. «Δε βαριέσαι», σκέφτηκε, «Τι έχω να χάσω». Σηκώθηκε βαρύς και πήρε το γράμμα στα χέρια του. «Αντώνης Παρασκευόπουλος», διάβασε φωναχτά. Ποιος είστε κύριε Παρασκευόπουλε; αναρωτήθηκε σμίγοντας τα φρύδια. Έσκισε το φάκελο και άνοιξε αργά το διπλωμένο λευκό χαρτί. «Αγαπητέ κύριε Σπανέ, είμαι σίγουρος πως το όνομά μου δε σας λέει τίποτα. Σας έψαχνα τα τελευταία 10 χρόνια όμως τα γράμματά μου επέστρεφαν όλα πίσω. Αργότερα έμαθα πως ήσασταν μπαρκαρισμένος και ήταν αδύνατο να σας βρω. Οι συγκυρίες και η τύχη όμως μας έφεραν και πάλι κοντά και πλέον έχω μία διεύθυνση που ξέρω πως σας ανήκει. Θα αναρωτιέστε πως είναι δυνατόν να σας ψάχνει τόσο επίμονα ένας άγνωστος. Ίσως επειδή ζούμε τις ζωές μας παράλληλα. Πριν δεκαεφτά χρόνια μου δώσατε ένα δώρο, ένα δικό σας κομμάτι για να ζήσω. Θέλω να σας διαβεβαιώσω πως δεν επέτρεψα σε κανέναν να το γεμίσει λύπη και το «χάρισα» μόνο σε όσους το άξιζαν. Το σεβάστηκα και το τίμησα γιατί ήταν ένα δώρο ζωής. Ο λόγος που σας στέλνω αυτό το γράμμα είναι γιατί θέλω να σας επιστρέψω ένα μικρό μέρος του δικού σας δώρου. Παρακάτω σας έχω σημειώσει το τηλέφωνό μου. Καλέστε με όποτε θέλετε, οποιαδήποτε ώρα. Θα περιμένω όσο χρειαστεί. Αντώνης» Ο Οδυσσέας δε μπορούσε να σηκώσει τα θολωμένα μάτια του από το γράμμα. Το μυαλό τον ανάγκαζε να ξαναζήσει στιγμές που πάσχιζε να ξεχάσει. Στις 10 Αυγούστου του 1993 ο γιος του Σωτήρης και η σύζυγός του Ελένη παρασύρθηκαν από ένα αυτοκίνητο που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον επαρχιακό δρόμο της Τήνου. Μόλις είχαν τελειώσει με το απογευματινό τους μπάνιο στη θάλασσα και κατευθύνονταν πεζοί στο δωμάτιο που είχαν νοικιάσει για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Ο Οδυσσέας είχε πάρει την άδεια του από την αποθήκη που δούλευε ως φορτοεκφορτωτής και ήταν στο καράβι της γραμμής για να τους συναντήσει. Η Ελένη χάθηκε ακαριαία. Ο γιος του ο Σωτήρης, διακομίσθηκε στην Αθήνα όπου και κατέληξε τρεις μέρες μετά. Όταν οι γιατροί ρώτησαν τον πατέρα αν επιθυμεί να δωρίσει τα όργανα του παιδιού, ο Οδυσσέας απλά υπέγραψε. Δε ρώτησε, δεν έψαξε, δεν αναζήτησε ποτέ κανέναν από τους λήπτες. Τήρησε τα πρωτόκολλα μα πάνω από όλα φρόντισε να κλείσει κάθε ανάμνηση εκείνων των ημερών σε ένα σκοτεινό μέρος. Δεν άντεχε να παλεύει και με τα γεγονότα. Η απώλεια ήταν από μόνη της αβάσταχτη. Επέλεξε να ζει με αναμνήσεις που σταματούσαν μία μέρα πριν το ατύχημα. Δεν υπήρχε μετά. Ο Οδυσσέας σήκωσε το τηλέφωνο και με χέρια που έτρεμαν σχημάτισε τον αριθμό που ήταν σημειωμένος στο κάτω μέρος του γράμματος. -Παρακαλώ, ακούστηκε από την άλλη γραμμή. -Ναι, γεια σας, είμαι ο…… (σιωπή) -Σας ευχαριστώ…, απάντησε ο Αντώνης και η γραμμές κυριευτήκαν από βουβούς λυγμούς. Δάκρυα χαράς, δάκρυα πετρωμένα που είχαν σκληρύνει την καρδιά του Οδυσσέα, ξεχύθηκαν στα μάτια λυτρώνοντας τέσσερις ψυχές. Της Ελένης, του Σωτήρη, του Οδυσσέα και του Αντώνη. Η Θεσσαλονίκη ήταν ομορφότερη από ποτέ. Άνοιξη, ο Βαρδάρης κοιμισμένος και η θάλασσα του Θερμαϊκού καθρέφτης στο γαλανό ουρανό. Η πόρτα του διαμερίσματος στην Άνω Τούμπα χτύπησε με έναν τρόπο διστακτικό, σχεδόν δειλό. Ο Αντώνης, άυπνος από την υπερένταση της μεγάλης μέρας, έτρεξε να ανοίξει. Ένα πρόσωπο σκαμμένο από την αγριάδα της αλμύρας έστεκε απέναντί του. Τα λευκά του μαλλιά φρεσκοκομμένα και το μούσι του περιποιημένο θύμιζαν, αλήθεια, έναν παροπλισμένο ναυτικό που είχε προσπαθήσει πολύ για να μη θυμίζει φουρτούνα. Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν στα μάτια και ξεχύθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Μια αγκαλιά πατέρα προς γιο από τον Οδυσσέα. Μια αγκαλιά γιου προς πατέρα από τον Αντώνη. Και ανάμεσά τους να χτυπάει δυνατά η καρδιά του Σωτήρη. Αυτά τα μπλεγμένα χέρια, αυτά τα αφημένα δάκρυα είχαν γίνει μια εικόνα που όποιος την αντίκριζε θα καταλάβαινε την ουσία της ευγνωμοσύνης, της λύτρωσης. Όταν οι δύο άντρες έλυσαν τα χέρια τους ο ένας από τον άλλο, ένα μικρό αγοράκι έτρεξε προς το μέρος τους. Δεν ήταν πάνω από 3 χρονών. Ο Αντώνης το σήκωσε στα χέρια του και προσπάθησε να ορθώσει δυο λέξεις, από τον κομπιασμένο του λαιμό. -Αγάπη μου θυμάσαι που σου λέγαμε πως έχεις έναν ακόμα παππού; Ε λοιπόν, ήρθε να μας δει. Ο μικρός κοίταξε τον Οδυσσέα και άπλωσε τα χέρια του να τον αγκαλιάσει. Η οικειότητα αυτού του μικρού παιδιού απέναντι σε έναν άγνωστο, έκαναν τον Οδυσσέα να σαστίσει. Είμαι παππούς; Υπάρχουν άνθρωποι που με λογίζουν οικογένεια; αναρωτιόταν . Η χαρά τον είχε κατακλύσει, αποδυναμώνοντας όλες τις τρομαχτικές άμυνες που είχε σηκώσει. Ένα πηγαίο, ανεπιτήδευτο, πραγματικό χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του φανερώνοντας ρυτίδες που δεν ήξερε πως υπάρχουν. Αγκάλιασε το μικρό τρυφερά στα γεροδεμένα χέρια του και ευχόταν να μην είναι όνειρο. Αν ήταν όνειρο θα πονούσε περισσότερο από τους στοιχειωμένους του εφιάλτες. Ανασήκωσε το μικρό στα χέρια του και τον ρώτησε με φωνή στοργική: -Πως σε λένε λεβέντη μου; -Οδυσσέα, απάντησε.

Α' Έπαινος Εταιρία Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά

Κληρονομιά Στέκουν στ’ αλώνι πατέρας και γιος. Το μόχθο ημερεύουν. Δεμάτια στάχυα ολόγυρα, σακιά λινά γιομάτα στάρι, βαριά κι ασήκωτα καρτερούν ν’ ανταμώσουν την ξερολιθιά. «Πατέρα, ετούτη είναι η κληρονομιά μου;» αναρωτήθηκε ο γιος. «Τράβα σ’ εκείνο το σακί» , αποκρίθηκε ο πατέρας, «Ζώσου μ’ αυτό. Κάν’ το δικό σου. Κάν’ το κουβάλημα στις πλάτες σου» Ευθύς ο γιος, μ’ εγωισμό, σήκωσε το σακί στον ώμο. «Ορίστε πατέρα, καμάρωσέ με». «Τώρα πάρε όλα τα σακιά. Ζώσου μ’ αυτά. Κάν’ τα δικά σου. Κάν’ τα κουβάλημα αιώνιο στις πλάτες σου. Το σιτάρι βάφτισε λευτεριά. Μα μην τα σηκώσεις με τα χέρια. Σήκωσέ τα με την ψυχή. Αυτή γιε μου είν’ η κληρονομιά σου»

Α' Έπαινος λογοτεχνικός διαγωνισμός ΕΛΒΕ

Οι κορομηλιές της οδού Σκρα Πατζούρια κλειστά. Ο Μάρκος έμενε σε αυτό το σπίτι απ΄ όταν γεννήθηκε. Στο δεύτερο όροφο της οδού Σκρα στον αριθμό 52, μα τα παλιόπαιδα έβρισκαν πάντα σημάδι πετροβολώντας τα παράθυρά του. Τα άλλαξε μια, τα άλλαξε δυο. Σώθηκαν κάποτε τα λεφτά και τα κόλλαγε με χαρτοταινίες. Νισάφι είπε μια μέρα κι έκλεισε τα πατζούρια. Πέρασαν 20 χρόνια με κλειστά πατζούρια και τα παλιόπαιδα είχαν μεγαλώσει. Μαζί κι ο Μάρκος. Κάποια έφυγαν από τη γειτονιά κι έκαναν οικογένειες. Ο Θόδωρας και κάνα δυο ακόμα έμειναν στα πατρικά τους, εκεί τριγύρω, απέναντι, δίπλα. Γειτονόπουλα με το Μάρκο μα ποτέ στην ίδια παρέα. Ο Μάρκος ήταν διαφορετικός. Έκανε το ολέθριο λάθος να φορέσει ένα φόρεμα της μάνας του κάποιες απόκριες κι από τότε η μόνη του παρέα ήταν ο καθρέφτης. Εκεί τα έλεγε όλα, εκεί γαλήνευε η ψυχή του. Δε μιλούσε στον εαυτό του στον καθρέφτη μιλούσε, ώρες ατελείωτες. Παιδί μεγαλωμένο με κόπο από την κυρα- Βούλα. Ο πατέρας του δε γύρισε ποτέ από τα καράβια. Κάποιοι είπαν πως πνίγηκε και κάποιοι άλλοι πως έφτιαξε οικογένεια στη Βενεζουέλα. Μόνο η κυρα- Βούλα ήξερε την αλήθεια και την πήρε μαζί στον τάφο της. Ο Μάρκος ήταν διαφορετικός. Πολύ μαλακός για αγόρι έλεγαν στην μάνα του κι εκείνη τους διαολόστελνε κι ας τους έχανε από πελάτες. Η κυρα –Βούλα ήταν η καλύτερη ράφτρα της Αθήνας. Στη γειτονιά δεν είχε παρτίδες. Είχε κακοπιαστεί με όλους στα λόγια γιατί τολμούσαν να λένε για το γιο της. Έτσι έπιασε πελατεία στα Νότια προάστια. Μπορεί να της έβγαινε η ψυχή στα πέρα δώθε αλλά πλήρωνόταν καλά και προπαντός δεν άκουγε κουβέντα για το Μάρκο της. Η κυρα- Βούλα έφυγε μέσα σε ένα μήνα από την αρρώστια την κακιά όταν ο Μάρκος ήταν δεκαεννιά χρονών. Τότε ξεκίνησαν και τα πετροβολητά στο σπίτι κι ο Μάρκος προτίμησε να έχει κλειστά πατζούρια παρά να αφήσει το σπίτι της μάνας του. Είχε μπει η άνοιξη κι έξω μυροβολούσαν οι ανθισμένες κορομηλιές. Η οδός Σκρα είχε πολλές κι όταν τα κορόμηλα, γινωμένα πια, έπεφταν στο πεζοδρόμιο κάμποσοι γλιστρούσαν κι έτρωγαν τα μούτρα τους βρίζοντας Θεούς και Δαίμονες. Ο Μάρκος άνοιξε το ραδιόφωνο στο τρίτο πρόγραμμα, το αγαπημένο του. Άναψε το μικρό του προβολέα και πήρε τα πινέλα του. Όταν πέθανε η κυρα- Βούλα είχε μόλις είχε μπει στην Καλών Τεχνών. Η περηφάνια της μάνας δε λεγόταν. Μόνο στα μάτια της μπορούσες να δεις το καμάρι για το γιο της. «Να κάνεις αυτό που αγαπάς γιατί μόνο αυτό θα κάνεις καλά», του είχε πει. Κι έτσι ο Μάρκος τελείωσε τη σχολή με επαίνους και ζωγράφιζε στους δρόμους του κέντρου για να βγάζει πέντε δραχμές. Δεν το κυνήγησε για παραπάνω. Δεν ήθελε. Όταν συνάντησε τη Μαριάνθη, τη μοναδική του φίλη, τα πράγματα μπήκαν σε μια σειρά. Η Μαριάνθη ήταν ζωγράφος, μία μέτρια ζωγράφος όμως που έπρεπε να αποδείξει στη μεγαλοαστή οικογένειά της πως είναι άξια απόγονος του πατέρα και του παππού της. Ο μεν σπουδαίος ιμπρεσιονιστής, ο δε σπουδαίος γλύπτης. Κουτσά στραβά κι ανέμπνευστα τα κατάφερνε αλλά δεν έφτανε ούτε στο μισό το ταλέντο του Μάρκου. Έτσι λοιπόν έκαναν μια συμφωνία. Ο Μάρκος θα ζωγράφιζε, η Μαριάνθη θα υπέγραφε. Τα λεφτά μισά μισά και όλοι ευχαριστημένοι. Η Μαριάνθη ήταν ο μόνος άνθρωπος που έμπαινε στο σπίτι του. Εκείνη του έφερνε τα ψώνια, του πλήρωνε τους λογαριασμούς, του έφτιαχνε μια ζεστή σούπα όταν κρυολογούσε. Γιατί ο Μάρκος μετά από εκείνη την Παρασκευή δεν ξαναβγήκε από το σπίτι. Στο 4ο έτος των σπουδών του, ο Θόδωρας κι άλλοι τρεις τον μαύρισαν στο ξύλο. Βγήκαν κάμποσοι στα μπαλκόνια μα ούτε ένας δεν κατέβηκε να τον βοηθήσει. «Σ’ αρέσει να τις τρως ρε μπινέ;» τον ρωτούσε ο Θόδωρας και του έδινε το ένα χαστούκι μετά το άλλο. Μάτωσε το πρόσωπό του, ράγισαν τα πλευρά του από τα γρονθοκοπήματα, μα ο πόνος που τράβηξε όταν το κλωτσούσαν ο ένας μετά τον άλλο ανάμεσα στα πόδια δεν περιγράφεται. Έκτοτε ο Μάρκος δεν ξαναβγήκε από το σπίτι. Εκεί μέσα, στο πατρικό του, μπορούσε τουλάχιστον να φορά τις καλοραμμένες φούστες της μάνας του, το κολιέ με τα μαργαριτάρια που είχε φέρει ο πατέρας μετά από ένα ταξίδι στην Αφρική. Εκεί πίσω από τα κλειστά πατζούρια μπορούσε να είναι ο εαυτός του κάτω από το ροδακινί ρουζ και το γαλάζιο μολύβι στα βλέφαρα. Εκεί μπορούσε να έχει κοκκινάδι στα χείλη. Κόκκινο! Το χρώμα που αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα. Το χρώμα του έρωτα που δεν έζησε ποτέ. Το χρώμα του πάθους που έμεινε μόνο επιθυμία. Βράδυ Τρίτης 4 Απριλίου. Άνοιξη για τα καλά. Μια ψιλή ζακέτα ήταν αρκετή για τη δροσούλα που έπιανε με το σκοτάδι. Ξαφνικά ακούστηκαν φωνές. «Που πας μωρή αδερφή;» Ο Μάρκος πλησίασε το ανοιχτό παράθυρο με το κουφωμένο πατζούρι. Τέσσερις παλληκαράδες είχαν αρπάξει έναν πιτσιρικά. Ήταν δεν ήταν δεκάξι χρονών. «Έλα εδώ να σε κάνουμε άντρα», του φώναζαν χαχανίζοντας. Αμούστακο αυτό, κατέληξε κουλουριασμένο κάτω από μία κορομηλιά να δέχεται τη μια κλωτσιά μετά την άλλη. Χωρίς οίκτο. Χωρίς λύπηση. Ο Μάρκος δε σκέφτηκε. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί. Μόνο η καρδιά του λειτουργούσε εκείνη τη στιγμή και κόντευε να σκίσει το στήθος του. «Όχι άλλα κλειστά πατζούρια», μονολόγησε. Ξεχύθηκε στις σκάλες και βγήκε με φόρα στο δρόμο. Έτσι, με το γαλάζιο φουστάνι της μάνας του και το κοκκινάδι στα χείλη. Ο Μάρκος, ο εαυτός του, αυτός που κρυβόταν πίσω από τις γρίλιες είκοσι χρόνια τώρα έστεκε καταμεσής του δρόμου. Μόλις τον αντίκρισαν οι νταήδες σάστισαν. «Φωλιά έχετε εδώ;» είπαν γελώντας δυνατά. Ο Μάρκος δε σκέφτηκε. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί. Το μισολιπόθυμο παιδαρέλι που έκλαιγε με ματωμένο πρόσωπο στη ρίζα της κορομηλιάς δεν τον άφησε να σκεφτεί. Έπεσε με λύσσα πάνω τους. Έφαγε πολλές αλλά έδωσε περισσότερες. Δε λυπόταν κανένα. Κανείς άλλος με κλειστά πατζούρια φώναζε και ρήμαζε τα κεφάλια τους με γρόνθους. Τους μαύρισε τα πλευρά, τους μάτωσε τα πρόσωπα κι έφυγαν κι οι τέσσερις σερνόμενοι και φοβισμένοι. Περισσότερο όμως ντροπιασμένοι που τους κανόνισε ο γυναικωτός. Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι και το βλέμμα του έπιασε φωτιά. Στην πόρτα της απέναντι πολυκατοικίας στεκόταν ο Θόδωρας. Εκεί στεκόταν εδώ και ώρα μα δε κούνησε εκατοστό το κορμί του. Μόνο κοιτούσε. Με αργό βήμα πλησίασε το Μάρκο και έπιασε το αγόρι από το χέρι. «Μπαμπά πονάω», είπε αυτό και έβγαλε μια πνιγμένη κραυγή. «Γρήγορα σπίτι» το διέταξε με σταθερή φωνή μην έχοντας πάρει το βλέμμα του από το Μάρκο. Το αγόρι υπάκουσε και χάθηκε στην πολυκατοικία. Σιωπηλά βλέμματα. Εκείνο το βράδυ της Τρίτης που οι κορομηλιές είχαν μοσχοβολήσει την οδό Σκρα δυο ζευγάρια μάτια άλλαξαν ρόλους. Εκείνη την Τρίτη ο άντρας φορούσε φουστάνια. Ο Μάρκος, μειδίασε, ίσιωσε το ρούχο του, γύρισε την πλάτη στο Θόδωρα και περήφανα μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Ανέβηκε στο σπίτι του και άνοιξε με θόρυβο τα πατζούρια. Το ίδιο βράδυ που ο Θόδωρας έκλεισε τα δικά του.

Ειδικό βραβείο Αλέκος Κοντόπουλος

«Βλογιά απ’ τον ουρανό, ευχή από τον Άδη» Θαρρείς εσύ που στέκεσαι ως άλλος καβαλάρης πως την ψυχή του μπόρεσες να τη διαφεντεύσεις; Εκείνου που τη χάρισε μ’ αγάπη και με τόλμη, εκείνου που τις άπυλες καρδιές έχει ανοίξει; Στάσου για λίγο! Θώρησε, αυτό το μεγαλείο και συλλογίσου σιωπηλά τι ‘ρθες εδώ να κάμεις. Τούτος εδώ ο άνθρωπος, σκέτο κορμί δεν είναι. Στην τελευταία ανασεμιά ζωή έδωσε πάλι. Μήτε ζητάει συνοδό, μήτε συνοδοιπόρο να ταξιδέψει αυτή η ψυχή στο πάντα, στο αιώνιο. Είναι ελεύθερη να ζει ανάμεσα στον κόσμο, έχει βλογιά απ’ τον ουρανό, ευχή από τον Άδη. Στάσου για λίγο, θώρησε και πάρε απ’ το φως της! Τα μαύρα ρούχα σου ωχριούν, τα κρύβει το λευκό της, το πιο λευκό απ’ τα λευκά, καθάριο χρώμα έχει, γι’ αυτό δε φυλακίζεται στα μαύρα στεγανά σου. Πήγαινε τώρα στο καλό, διάβαινε καβαλάρη. Τράβα λιγάκι παρακεί, μέριασε να περάσει. Απόψε Άγιου την ψυχή δεν πρόκειται να πάρεις για δε βαστούν τα χέρια σου ψηλά να τη σηκώσεις. Ελεύθερη γεννήθηκε κι έτσι είθε να φύγει. Ούτε παράδεισος μπορεί, ούτε ο κάτω κόσμος να ομορφύνουν πιότερο ούτε και να μαυρίσουν όσα στο σώμα που έζησε χάρισε σε ανθρώπους.

Έπαινος Βιβλιοθήκη Καλυβίων

Φούστα πλουμιστή Σέρνει η τσιγγάνα τη βαριά την πλουμιστή της φούστα, θαρρείς το χώμα άγγιζε κι οι δρόμοι της μιλούσαν, ψιθυριστά φανέρωναν τη μοίρα των ανθρώπων. Χέρια απ’ τους περαστικούς τη φώναζαν να τα ‘βρει, κι εκείνη να ελευθερωθεί απ’ τα μελλούμενα τους με πετιμέζι τα’ άσχημα να τα γλυκοτυλίξει. Στεκόταν πλάι στους κλειστούς και άπιστους ανθρώπους και σε λαγούμια ανοιχτά που ‘κλαιγαν την ελπίδα να δώσει απ’ το περίσσευμα της μοίρας της γραμμένης. Κέρματα που κουδούνιζαν στη μπαλωμένη τσέπη, κεριά τα ‘κανε κι άναβε να πιάσει η ευχή της στα χέρια πια να μη μπορεί γραμμές να τις διαβάσει. Βάρος η γνώση ήτανε στο γέρικο σκαρί της να ξέρει τα μελλούμενα, κι ας έλεγε η μάνα πως δώρο ήταν της γέννησης στ’ Αυγούστου το φεγγάρι. Μάνα πολύ κουράστηκα, θέλω να ξαποστάσω. Άδειασε το κουφάρι μου, θ’ ανέβω να σε φτάνω, στ’ Αυγούστου την πανσέληνο θα ‘ρθώ να σ’ ανταμώσω. Το δώρο μου θα το κρατώ, σαν κάρβουνο στα χέρια και θα το κάψω να χαθεί, μην ανταμώσει άλλον. Χέρια μην ξαναδιαβαστούν, μονάχα να βαστάνε. Οι φούστες μου, μανούλα μου, χώμα μην ξαναγγίξουν, δρόμο να μην ξαναδιαβούν να τους μιλά για τ’ αύριο. Μονάχα να χορεύουνε ολόγυρα απ’ τις φλόγες. Γέμισε το φεγγάρι μου, κοντεύουνε οι στάλες κοίτα μάνα το χέρι μου, έσβησαν οι γραμμές του. Τη φούστα μου την πλουμιστή μόνο ουρανός ν’ αγγίζει.

Ά Έπαινος εκδόσεις Κέφαλος

Μάνα μου τι είναι πόλεμος; Μαμά χθες στο σχολείο μας ήρθανε δυο παιδάκια. Κάπου δυο τάξεις τα περνώ είναι πολύ μικράκια. Μαμά φαινόνταν να πεινούν κι έκοψα απ’ το ψωμί μου τα ‘δωκα να χορτάσουνε μα χόρτασ’ η ψυχή μου. Μανούλα μου το σπίτι τους σε μακρινή ‘ναι χώρα και μέχρι εδώ περπάτησαν σε κρύο και σε μπόρα. Μάνα μου τη μανούλα τους ο πόλεμος την έχει γιατί, λέει, δεν έμαθε στον κίνδυνο να τρέχει. Μάνα μου τ’ είναι πόλεμος; Εσύ να τρέχεις ξέρεις; Αν τύχει να ‘ρθει ως εδώ, πες, θα τα καταφέρεις; Μανούλα μου έλα σιμά κοίτα με για να μάθεις, να δρασκελίζεις γρήγορα κακό να μη μου πάθεις. Μάνα το δα στα μάτια τους έχουν φόβο και τρόμο και οι πληγές τους δε μπορούν να γιατρευτούν στο χρόνο. Μάνα μου αύριο το πρωί νωρίς θα ξεκινήσω πρώτος να είμαι στο σχολειό να τα καλημερίσω. Μαμά μου αύριο το ψωμί κομμάτια δυο να κάμεις Με την αγάπη σου μαμά τα δυο παιδιά να γιάνεις.

Συμμετοχή στην Ανθολογία Ειρήνη Κύπρου

Καλύτερα μαζί...

Τώρα θα τα λέμε πιο συχνά

by Demi Roussa

bottom of page